Η Ιστορία του Χρώματος

Η αναζήτηση του τι ακριβώς είναι το χρώμα και πώς λειτουργεί έχει ιστορία πολλών αιώνων, στη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες και χρωματικά μοντέλα προκειμένου να δοθεί μια εξήγηση για τη φύση του χρώματος.

Οι πρώτες γνωστές μελέτες για το χρώμα έγιναν στην αρχαία Ελλάδα από τον Αριστοτέλη, ο οποίος ανέπτυξε την θεωρία πως το χρώμα υπήρχε με την μορφή ακτίνων που έστελναν οι Θεοί από τον ουρανό. Η θεωρία του δεν αμφισβητήθηκε μέχρι την Αναγέννηση, οπότε και αναπτύχθηκαν πιο εξελιγμένα χρωματικά μοντέλα από τους Acuilonius και Sigfrid Forsius. Το σύστημα του Acuilonius ήταν η πρώτη προσπάθεια να οριστούν όλα τα χρώματα και βασιζόταν στις παρατηρήσεις του στα χρώματα που αλλάζουν στον ουρανό από την δύση μέχρι την ανατολή.


Το 1660 ο Isaac Newton ανέπτυξε ένα πιο λογικό χρωματικό μοντέλο βασιζόμενος στις επιστημονικές του παρατηρήσεις από πειράματα. Χρησιμοποιώντας ένα πρίσμα ο Newton παρατήρησε όταν μια δέσμη ηλιακού φωτός διαπεράσει το γυάλινο πρίσμα, η προκύπτουσα δέσμη δεν ήταν άσπρη αλλά αποτελείται από ένα συνεχές φάσμα χρωμάτων με μια διακύμανση που έχει στο ένα άκρο το ιώδες και στο άλλο το κόκκινο χρώμα, είχε δηλαδή τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το φάσμα που προκύπτει αποτελείται από έξι διακριτές περιοχές : ιώδες, μπλε, πράσινο, κίτρινο, πορτοκαλί και κόκκινο. Η μετάβαση από το ένα χρώμα στο άλλο δεν γίνεται ακαριαία αλλά έχουμε μια ομαλή μετάβαση. Βάση αυτών των παρατηρήσεων ο Newton δημιούργησε το δικό του χρωματικό μοντέλο (χρωματικός τροχός).


Το επόμενο μεγάλο άλμα στην θεωρία χρωμάτων πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1800 όταν ο Johanes Wolfgang Goethe
αμφισβήτησε το μοντέλο του Newton και ανέπτυξε το δικό του μοντέλο. Οι μελέτες του Newton για το χρώμα, βασίζονταν σε επιστημονικές ενδείξεις, ενώ ο Goethe ενδιαφερόταν περισσότερο για τις ψυχολογικές επιπτώσεις του χρώματος. Ήθελε να ερευνήσει αν και κατά πόσο υπήρχαν κανόνες στην καλλιτεχνική χρήση των χρωμάτων. Αρχικά σκόπευε να δημιουργήσει ένα βελτιωμένο χρωματικό τροχό, αλλά στη συνέχεια ο Goethe διαπίστωσε πως οι ιδέες του μπορούσαν να περιγραφούν καλύτερα από ένα ισόπλευρο τρίγωνο.

Την ίδια περίπου εποχή ο Phillip Otto Runge ανέπτυξε ένα τρισδιάστατο χρωματικό μοντέλο που είχε την μορφή σφαίρας. Η θεωρία του ήταν επαναστατική για την εποχή του, και προσπαθούσε να κατατάξει τα χρώματα σύμφωνα με την απόχρωση (hue), το ποσοστό λευκού και μάυρου. Στα μοντέλο των σφαιρών του Runge, οι αποχρώσεις γίνονται πιο ανοιχτόχρωμες στον ένα πόλο της σφαίρας ενώ στον άλλο γίνονται πιο σκούρες.

Το 1872 ο Σκοτσέζος φυσικός James Clerk Maxwell, μετά τις μελέτες του για την ηλεκτρομαγνητική θεωρία του φωτός, ανέπτυξε ένα γράφημα που είχε τη μορφή ενός ισόπλευρου τριγώνου. Το τρίγωνο του μοιάζει πολύ με του Goethe και τα δύο είναι ισόπλευρα και επιλέγουν τρία βασικά χρώματα από τα οποία δημιουργούνται τα εσωτερικά χρώματα του τριγώνου. Επιπλέον όμως ο Maxwell πίστευε πως μπορούσε να δημιουργήσει όλα τα γνωστά χρώματα μέσα στο τρίγωνό του και επέλεξε ως βασικά χρώματα, το κόκκινο, το πράσινο και το μπλε.

Το 1915, ο Albert H. Munsell, ένας Αμερικάνος καθηγητής τέχνης, χρησιμοποίησε την δουλειά του Runge σαν βάση για την δημιουργία του δικού του τρισδιάστατου χρωματικού μοντέλου. Αρχίζει με την σφαίρα του Runge αλλά χρησιμοποίησε και δύο σημαντικές παρατηρήσεις που είχε κάνει ως ζωγράφος. Η πρώτη ήταν πως οι καθαρές αποχρώσεις-που είχε χρησιμοποιήσει ο Runge διαφέρουν ως προς τον βαθμό φωτεινότητας, και κατά συνέπεια όλες οι καθαρές αποχρώσεις (κόκκινο,κίτρινο, πράσινο, βιολετί) δεν θα έπρεπε να είναι στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο. Η δεύτερη παρατήρηση ήταν πως ορισμένα χρώματα είναι πιο ζωηρά (κόκκινο) από κάποια άλλα (πράσινο) και κατά συνέπεια θα πρέπει να είναι πιο μακριά από τον άξονα. Αυτές οι παρατηρήσεις ώθησαν τον Munsell να δημιουργήσει ένα χρωματικό μοντέλο με ασύμμετρο και περίεργο σχήμα. Το μοντέλο του Munsell παραμένει εξαιρετικά χρήσιμο για κατασκευαστές χρωμάτων, καλλιτέχνες και σχεδιαστές.

Το 1931, έγινε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα παγκόσμιο πρότυπο για την μέτρηση του χρώματος από την Commision Internationale de l’ Eclairage (CIE). Έτσι δημιουργήθηκε μια παραλλαγή του τριγώνου του Maxwell επιλέγοντας ένα ορισμένο κόκκινο, πράσινο και μπλε από τα οποία και δημιουργούνται τα υπόλοιπα χρώματα.Το αποτέλεσμα έγινε γνωστό ως ο χάρτης χρωμάτων του CIE. Η CIE για λόγους τυποποίησης καθόρισε τις ακόλουθες τιμές για τα τρία βασικά χρώματα:

  • Μπλε=435.8 nm
  • Πράσινο=546.1 nm
  • Κόκκινο=700 nm

Σε γενικές γραμμές το σύστημα ταξινόμησης της CIE ταξινομεί το χρώμα με βάση τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο άνθρωπος. Η διαδικασία στηρίχθηκε στην επιστήμη της χρωματομετρίας, δηλαδή της ποσοτικής μέτρησης του χρώματος.